Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

«Μηχανές» ένα κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ απ΄την Ινδία.

Το Ντοκιμαντέρ «Μηχανές» Rahul Jain «Machines» ο αγγλικός τίτλος είναι ένας "ύμνος" στη θυσία που κάνει το προλεταριάτο για την παραγωγή κερδοφορίας, στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας κατά τη γνώμη μας και όχι μόνο σε αυτόν τον κλάδο, αλλά αυτός αναδείχνεται μέσα από το υπέροχο film που γυρίστηκε το 2016 κάτω από πραγματικές και απάνθρωπες συνθήκες και αυτό είναι που κάνει την ταινία - ντοκιμαντέρ απίθανη και άξια μνείας, εξάλλου το σινεμά δεν είναι μόνο θέαμα, (βασικά δεν είναι καθόλου θέαμα), αλλά δημιουργική ανάλυσης και μεγέθυνση της γραμμής παραγωγής όπως αυτή αντανακλάτε από την κινηματογραφική κάμερα, επιβεβαιώνοντας την ποίηση του τεράστιου Μαγιακόφσκι...

"Η τέχνη δεν πρέπει ν’ αντανακλά
σαν τον καθρέφτη
μα σαν φακός να μεγεθύνει".


Το ντοκιμαντέρ του Rahul Jain, αφορά τους ανθρώπους που εργάζονται στα κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια του Gujurat της Ινδίας και εμφανίζει εκτός απ΄τη γραμμή παραγωγής και το βαθμό εκμετάλλευσης που πραγματοποιείται μέσα σε αυτήν, αλλά και τα δεινά του να περιμένεις στην ουρά για να βγάλεις ένα κομμάτι ψωμί μέσα σε απάνθρωπες συνθήκες. Ο τίτλος είναι επιλεγμένος για να αποδείχνει ως σήμα κατατεθέν την σύγχρονη Ινδία που ο καπιταλισμός διείσδυσε πολύ γρήγορα και δυναμικά με αποτέλεσμα περιβάλλον και άνθρωποι να βιάζονται οικειοθελώς για ζήσουν εαυτούς και αλλήλους του οικείου περιβάλλοντος τους. Τα σώματα των εργαζομένων σχεδόν καθ΄ όλη τη διάρκεια της ταινίας παρουσιάζονται γυμνά και ευάλωτα, έχοντας γίνει μέρος των μηχανών αλλά κυρίως μέρος της παραγωγικής διαδικασίας. 
Οι ρυθμοί της δουλειάς είναι ακατάπαυστοι, αμείλικτοι, απάνθρωποι. Η ζοφερή εικόνα του φιλμ διάχυτη παντού, με την εικόνα του αγοριού που σχεδόν κοιμάται όρθιο, κάνοντας την επαναλαμβανόμενη εργασία βρόγχο για ώρες σε μερικά καρέ είναι ενδεικτική. Σε διαφορετικό χρονικό σημείο, ένας άλλος νεαρός εργάτης κοιμάται πάνω σε λόφους από κουρέλια και βρώμικα υφάσματα. «Η φτώχεια είναι παρενόχληση, κύριε» λέει ένας τρίτος εργάτης και συνεχίζοντας να τονίζει:«Πρέπει να εγκαταλείψεις τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου για να έρθεις εδώ» αφήνοντας να εννοηθεί το αυτονόητο αν δεν δουλέψω χωρίς τη θέληση μου η οικογένεια μας θα μείνει χωρίς τροφή.  
Το «Μηχανές» ένα κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ απ΄την Ινδία που καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια τις απάνθρωπες συνθήκες σε εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας, αναδείχνοντας σε όλο τους το μεγαλείο τις σχέσεις παραγωγής, στον γοργά αναπτυσσόμενο Ινδικό Καπιταλισμό. Η Ινδία των BRICS που μπορεί να θυμίζει Μ. Βρετανία του 19ου αιώνα, αλλά βαδίζουμε αισίως στο τέλος το πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα με την  Ασία να αποτελεί πια συνειδητά το κέντρο της εργατικής τάξης που γοργά αναπτύσσεται δια της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, αλλά και μιας άλλης της τρίτης αντίθεσης ανάμεσα στο σκοπό των παραγωγικών δυνάμεων και τον σκοπό του κεφαλαίου που νομοτελειακά θα επέλθουν σε σύγκρουση κάποια στιγμή σε εκείνη την Ήπειρο και όχι στην Ευρωπαϊκή που πνέει τα λοίσθια.

Το ντοκιμαντέρ είναι διάρκειας 75 λεπτών, συμπαραγωγής Ινδίας, Γερμανίας και Φινλανδίας, 2016, η γλώσσα είναι τα Χίντι και θα υπάρχουν Ελληνικοί και Αγγλικοί υπότιτλοι. 


Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Cinema Paradiso...(η ο Νοσταλγικός Περιληπτικός Επίλογος στον Ιταλικό Νεορεαλισμό)

Η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από την άνοδο, την καθιέρωση και την πτώση ενός κόσμου ολόκληρου όπως έγινε αντιληπτή στα μάτια ενός ανθρώπου του ιταλικού κινηματογράφου, ως ένας νοσταλγικός περιληπτικός επίλογος του Ιταλικού Νεορεαλισμού, αλλά και της παγκόσμιας κλασσικής κινηματογραφίας. 
Η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηρίσει σε μεγάλο βαθμό και την ίδια τη ζωή του ίδιου του Τορνατόρε παραλληλίζοντας σημειολογικά, συμβολικά, συγκριτικά και αλληγορικά το εαυτό του με τον Τότο δηλαδή τον μετέπειτα “διάσημο κινηματογραφιστή” Σαλβατόρε Ντι Βίτα(σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας).
Η ιστορία εκτυλίσσεται στον Ιταλικό Νότο και πιο συγκεκριμένα σε ένα χωριό της Σικελίας το Τζιανκάλντο. Το εν λόγω ήταν ένα παραλιακό (κατά βάση ψαροχώρι) όπου το “Cinema Paradiso” μια αίθουσα που βρίσκονταν στην κεντρική πλατεία του χωριού(όχι τυχαία), απαθανάτιζε και κατέγραφε μία ολόκληρη τη μεταπολεμική κοινωνική και οικονομική ιστορία της Ιταλίας με επίκεντρο το μεγαλύτερο θαύμα της το Σινεμά. Το Σινεμά στην Ιταλία ήταν το μεγαλύτερο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό φαινόμενο, από το 1935 μέχρι το 1985 ξεπερνώντας ακόμα και το groupo FIAT (συμπεριλαμβανομένων και των μετέπειτα θυγατρικών της). Το Σινεμά συμβόλιζε αν θέλετε και την ίδια την Cinecitta όπου στην δεκαετία του 1990 άρχιζε να πνέει τα λοίσθια, κάτι που ο Τορνατόρε το επεσήμανε διαρκώς στην ταινία με τη μελαγχολία του Σαλβατόρε Ντι Βίτα να καταγράφεται στα μάτια του όποτε και όταν αυτός εμφανίζονταν στην μεγάλη οθόνη και όχι ως Τότο.
Όλα αυτά συνέβησαν στα μάτια ενός ενήλικα του Τότο που μεγάλωσε και έγινε ενήλικας,[δηλαδή ο διάσημος κινηματογραφιστής Σαλβατόρε Ντι Βίτα(πάντα σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας), όταν έμαθε από την ερωμένη του και κατόπιν τηλεφωνήματος από την ηλικιωμένη πια μητέρα του, ότι πέθανε ο μέντορας του, ο Αλφρέντο 30 χρόνια μετά την οριστική και αμετάκλητη φυγή του από το χωριό του, πάντα με τις συμβουλές του τελευταίου!
Όλη η ταινία φτιαγμένη γύρω απ΄ τις εικόνες του χωριού του να περνούν σαν σελιλόιντ, αρχικά με μισογκρεμισμένα κτήρια και χαλάσματα που χάσκουν χρεκοπία, έπειτα απ΄ τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο που μόλις είχε τελειώσει, αλλά και το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής μετά την κατάρρευση του Ιταλικού Φασισμού. Όλες οι εικόνες μέσα τους μπόλιαζαν με ένα ιδιαίτερο ζήλο και τρόπο πάντα εν είδει συμβολισμού, όλες τις επιμέρους επιρροές του Τζουζέπε Τορνατόρε. 
Ο εν λόγω με μεγάλο σεβασμό στο Ιταλικό και Παγκόσμιο Σινεμά, πήρε τα κομμάτια που προφανώς τον άνδρωσαν ως κινηματογραφιστή, πότε από τον “Κλέφτη Ποδηλάτων” και από την “Ατιμασμένη” του Ντε Σίκα, πότε από το “Λα Στράντα” του Φεντερίκο Φελίνι και πότε από το “Η γη τρέμει” και “Διαβολικοί Εραστές” του Λουκίνο Βισκόντι, μετασκευασμένα και προσαρμοσμένα στη δική του ιστορία με πολλές άλλες μικρότερες πτυχές και καρέ, βάζοντας το στα μέτρα τις εποχής του, την ώρα που στο λευκό πανί του Cinema Paradiso προβάλλονταν το κλασικό και κολοσσιαίο Hollywood.
H επιλογή της Ανατολικής Σικελίας και ιδιαίτερα της Taomina,(όχι τυχαία όπως και το παραλιακό χωριό), προσιδίαζαν με κάθε τρόπο την ανθρωπογεωγραφία του αριστουργήματος του τεράστιου Λουκίνο Βισκόντι “Η Γη τρέμει” που πλάνα της είχαν γυριστεί και εκεί.
Στη σκηνή που το θερινό σινεμά ο παράδεισος (απ΄τη μια αυτό και απ΄ την άλλη οι ψαράδες με τις βάρκες τους) να είναι μαζί και παράλληλα και παρακολουθούν την ταινία μεσούσης της ακτής του κόλπου του Τζιανκάλντο, θύμιζε σε πολύ μεγάλο βαθμό τις σκηνές του τεράστιου Λουκίνο. Ο Τορνατόρε σημειολογικά προσιδίαζε τα εξής. Με όπου χαλάει ο καιρός και πέφτουν οι πρώτες σταγόνες της βροχής, ξαφνικά αδειάζει το cinema, οι ψαράδες να τα μαζεύουν, ενώ ο Τότο χάνει άπαξ και διαπαντός την αγαπημένη του πάνω στα γλυκά φιλιά, όπως ακριβώς με το αριστούργημα του Βισκόντι που οι ψαράδες φεύγουν με νηνεμία και δεν ξαναγυρίζουν ποτέ πια!!!
Φοβεροί συμβολισμοί με την μηχανή προβολής που καίγεται, τον Αλφρέντο που τυφλώνεται την ώρα που είχε γυρίσει τη μηχανή για να βλέπουν δωρεάν σινεμά οι ανήμποροι χωρικοί, ο νέος επιχειρηματίας που αγοράζει το χώρο και τον διαμορφώνει ξανά και ξανά ο Ιταλικός Νεορεαλισμός επί της μεγάλης οθόνης...
Στο παλιό Paradiso όπως και στο νεότερο διαμορφώνονται όλες οι κοινωνικές σκηνές εξέλιξης και όχι μόνο. Απ΄ τον έρωτα και την κρυφή συνουσία ανάμεσα σε δυο ενήλικες(στα όρθια που λέει κι ο λαός και πίσω απ΄ την πλάτη του ιερέα που λογοκρίνει και μετέχει στην λογοκρισία όλων των ταινιών), τον ομαδικό αυνανισμό των πιτσιρικάδων που στη θέα μιας καλλονής που δείχνει τα οπίσθια της(αλλά εκεί δεν υπάρχει ο παπάς ο οποίος παραιτείται στη θέα κάποιου ημίγυμνου, αλλά ο ταξιθέτης που βάζει τα πράγματα στη θέση τους, κι εδώ αναδείχνεται το πόσο υποχώρησε στην Ιταλική κοινωνία το Βατικανό, παίρνοντας τη θέση του το τοπικό κεφάλαιο στα μέσα της δεκαετίας του 1950), μέχρι τις ταξικές διαφορές της εποχής, ακόμα και μέσα στην αίθουσα όπου στον εξώστη δηλαδή το πάνω διάζωμα δηλαδή, κάθεται ο πρώην έχων και κατέχων, ως (ξεπεσμένος και ξεπερασμένος αριστοκράτης – κτηματίας που δεν κατάφερε να γίνει αστός) και από κάτω ο λαός τον οποίο φτύνει προκλητικά. Στη φάση της νέας αίθουσας όταν αυτός το κάνει του αποστέλλουν συστημένα και αυτόματα μια εφημερίδα με περιττώματα στο πρόσωπο δείχνοντας το πόσο είχε εξελιχθεί από την πρώτη φάση του Cinema Paradiso, έως και τη δεύτερη η κοινωνική διαστρωμάτωση της Ιταλίας.
Μη θέλοντας να μακρυγορήσουμε άλλο, πρέπει να πούμε ότι η εν λόγω ταινία, δεν πήρε τυχαία το μέγα βραβείο του φεστιβάλ των Καννών τυχαία στο 42ο Φεστιβάλ της, ούτε φυσικά ότι βραβεύτηκε με το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 1989, σε αυτόν τον κόσμο(σιγά που θα υπάρχει κι άλλος δηλαδή), κι ειδικά στο Cinema τίποτα δεν είναι τυχαίο, οι σεναριογράφοι, σκηνοθέτες, κινηματογραφιστές και εν γένη όλος ο κινηματογραφικός κόσμος(αυτό που ονομάζουμε κινηματογραφόφιλοι, η cinephil) γνωρίζουν να διακρίνουν ποιότητες και ποιότητες, εξάλλου και η ζωή που ζούμε είναι κάτι σαν ένα κινηματογραφικό σενάριο που γράφουμε εμείς οι ίδιοι συναρτήσει και των συνθηκών φυσικά, οι οποίες παίζουν τον βασικό ρόλο.
Τέλος μπορεί στο συγκινησιακό μέρος το Cine Paradiso, να ήταν στο κόκκινο, ωστόσο και στο κομμάτι της ανάλυσης μιας εποχής που πέρασε και για το ιταλικό σινεμά, αλλά και για το δυτικό-ευρωπαϊκό συνολικότερα αποτέλεσε του τι επέρχεται στην κινηματογραφική βιομηχανία της, όπου έλλειψή κοινωνικών εξελίξεων, άπαντα βαδίζουν στο αποτέλεσμα της αποδιοργάνωσης και τέλος της σήψης.

Πλοκή της ταινίας:

Ρώμη δεκαετία του 80. Ο διάσημος σκηνοθέτης Σαλβατόρε Ντι Βίτα γυρίζει σπίτι του, όπου η ερωμένη του του λέει ότι τηλεφώνησε η μητέρα του για να ενημερώσει πως πέθανε ο Αλφρέντο. Επίσης, ο Σαλβατόρε δεν έχει πάει στο χωριό του, το Τζιανκάλντο στη Σικελία, εδώ και 30 χρόνια.
Τότε αρχίζει μια ιστορική αναδρομή, που ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του Σαλβατόρε. Στο σινεμά της γειτονιάς του, το Cinema Paradiso, ο Σαλβατόρε (Τότο) πηγαίνει συχνά και γίνεται φίλος με τον άντρα που προβάλλει τις ταινίες, τον Αλφρέντο. Στο σινεμά πηγαίνει πολύς κόσμος και ο παπάς ζητά από τον Αλφρέντο να κόβει τις σκηνές με τα φιλιά, καθώς τις θεωρεί ανήθικες.
Μία μέρα, δημιουργείται επιπλοκή και η αίθουσα που βρίσκεται ο Αλφρέντο παίρνει φωτιά. Τότε ο μικρός Τότο τρέχει και σέρνει τον Αλφρέντο έξω, σώζοντας τη ζωή του.
Μετά από μια δεκαετία, ο Σαλβατόρε είναι μαθητής λυκείου και δουλεύει στο Cinema Paradiso, προβάλλοντας ταινίας. Μια μέρα τον επισκέπτεται ο Αλφρέντο και αποκαλύπτεται πως είναι τυφλός, κάτι που του συνέβη τη νύχτα που κάηκε το σινεμά. Ο Σαλβατόρε είναι ερωτευμένος με την Έλενα, την κόρη ενός τραπεζίτη. Μετά από πολλή προσπάθεια κάνουν σχέση, όμως χωρίζουν λόγω της άρνησης του πατέρα της.
Ο Σαλβατόρε απογοητευμένος, πηγαίνει στον στρατό και στέλνει συνεχώς γράμματα στην Έλενα, χωρίς ανταπόκριση. Όταν γυρίζει στο χωριό του, ο Αλφρέντο τον παρακινεί να φύγει για πάντα από εκεί και να μην ξαναγυρίσει πίσω, ούτως ώστε να εκπληρώσει τα όνειρά του.
Πίσω στο σήμερα, ο Σαλβατόρε γυρίζει στο χωριό του για την κηδεία του Αλφρέντο. Έχει αλλάξει πολύ η όψη της περιοχής και το Cinema Paradiso είναι ένα ερείπιο. Ο ιδιοκτήτης τον πληροφορεί πως έχει κλείσει εδώ και 6 χρόνια και πως σε λίγες μέρες θα το γκρεμίσει ο δήμος για να το κάνει πάρκινγκ.
Η χήρα του Αλφρέντο του λέει πως του έχει αφήσει κάτι. Ο Σαλβατόρε το παίρνει στο σπίτι του και βλέπει πως είναι μια σειρά από φιλμ. Έπειτα, βλέπει ένα βίντεο που είχε τραβήξει παλιά, στο οποίο προβάλλεται η Έλενα, και η μητέρα του του λέει πως όσες φορές τον έχει πάρει τηλέφωνο, έχουν βγει απαντήσει πολλές γυναίκες, όμως καμία δεν ακούγεται σαν να τον αγαπάει. Επίσης, του λέει πως δεν του κρατά κακία που δεν πήγε να την δει 30 χρόνια.
Γυρνώντας στη Ρώμη, ο Σαλβατόρε προβάλλει τα φιλμ που του άφησε ο Αλφρέντο, τα οποία περιέχουν όλες τις σκηνές με τα φιλιά που του είχε πει ο παπάς να κόψει. Ο Σαλβατόρε αισθάνεται αγαλλίαση και ξεσπά σε κλάματα.


Σινεμά ο Παράδεισος / Cinema Paradiso/(Casting)

Σκηνοθεσία - Σενάριο: Τζουζέπε Τορνατόρε
Πρωταγωνιστούν: Φιλίπ Νουαρέ, Ζακ Περέν, Σαλβατόρε Κάσιο, Μάρκο Λεονάρντι
Μουσική: Ένιο Μορικόνε, Αντρέα Μορικόνε
Φωτογραφία: Blasco Giurato
Μοντάζ: Mario Morra
Χώρα Παραγωγής: Ιταλία
Έτος Παραγωγής: 1988
Διάρκεια: 155 λεπτά


Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Alphaville το αριστούργημα του Γκοντάρ

Ο Ζαν λικ Γκοντάρ είναι ο πατέρας του Γαλλικού Νουβέλ Βαγκ και ένας απ' τους τεράστιους παγκόσμιας κλάσης κινηματογραφιστές, που για τους γράφοντες, (η το γράφοντα) το όνομα του και μόνο προξενεί ρίγη συγκίνησης και δια της γραφής μας υμνούμε το ίδιο το σινεμά.
Με το Αλφαβίλ, ο τότε νεαρός και πολλά υποσχόμενος κινηματογραφιστής, έφτιαξε μια απ' τις ταινίες ορόσημα για τον 20ο αιώνα και όχι μόνο για τη σχολή που πρέσβευε. Διείδε καταλυτικά με το μάτι το πρωτοπόρου το σήμερα και το ανέλυσε πλήρως. Το Αλφαβίλ θα μπορούσε να πρεσβεύει τα social media και την εικονική πραγματικότητα (που κατά βάθος είναι σκλαβιά)που προσφέρουν αντί για την κοινωνικότητα που τάχα μου δήθεν κηρύττουν απομονώνοντας τους χρήστες τους στο ναρκισσισμό και σε ένα τεράστιο εγώ που παραπαίει εθισμένο στα εικονικά πάθη, στην στεγνή ασύντακτη και χωρίς δομή και συγκρότηση πληροφορία με αποτέλεσμα να κάνει το σύστημα τη δουλειά του. Για κάθε κοινωνική ομάδα και ένα σόσιαλ μήντια, για κάθε πάθος μια και μόνο εθιστική ιδεαλιστική σύριγγα και η ιστορία κινείται χωρίς να ρωτάει κανένα. 
Για μας το Αλφαβίλ δεν είναι μόνο η σπουδαιότερη ταινία στο Γαλλικό Σινεμά, είναι η σπουδαιότερη ταινία σε όλο το δυτικό Ευρωπαϊκό Σινεμά εδώ και πολλά χρόνια και με μεγάλη διαφορά από την δεύτερη όποτε και αν αυτή γυρίστηκε, η αν έχει γυριστεί ακόμα!!! 
Η τέχνη είναι συνθηματολογία και η επιστήμη επιχειρηματολογία, φανταστείτε λοιπόν πόσο μπροστά πήγε όλη την Ευρωπαϊκή Κινηματογραφία της εποχής το νέο κύμα του Γαλλικού Κινηματογράφου που συνένωσε τα δυο παραπάνω και τους προβληματισμούς του μέλλοντος που φυσικά είναι υπέροχο, άλλα έχει και τη σημασία του για το ποιος κατέχει τα κλειδιά της οικονομίας.                                                        
                                                               CINE COLLECTIVA
Περιεχόμενο
Ο Λέμμυ Κώσιον φτάνει σε μια πόλη που ονομάζεται Αλφαβίλ από τις «Έξω Χώρες» προσποιούμενος τον δημοσιογράφο Ιβάν Τζόνσον από την εφημερίδα «Φιγκαρό-Πράβδα».
Βασική αποστολή του είναι να βρει τον Χένρι Ντίκσον, ένα πράκτορα που παραπαίει εθισμένος ανάμεσα στα πάθη, τη λήθη, το ποτό και το αχαλίνωτο σεξ, παροπλισμένος στην κυριολεξία νοητικά, όπως ο υπόλοιπος πληθυσμός της σκοτεινής πόλης ταξιδεύει υπνωτισμένος στο διάβα της ξεπεσμένης του πια ζωής.
Η συνάντηση του μεν με τον δε, καταδείχνει ότι η πόλη κυριαρχείται από ένα υπέρ υπολογιστή τον Άλφα-60, που ελέγχει καθυποτάσσοντας ολοκληρωτικά το ΚΝΣ αλλά και το ΠΝΣ των κατοίκων οδηγώντας τους σταδιακά στην αδράνεια. Ο έλεγχος είναι μερισματικά χωρισμένος κατά 1/4 σε ζώνες διαθέσεων: Η ζώνη της Ημέρας και η ζώνη της Νύχτας, αλλά και του Θερμού και του Ψυχρού, ως διαλεκτικές κατηγορίες. Ο κατασκευαστής του Άλφα-60, ένας επιθετικού τύπου νάρκισσος επιστήμονας ονόματι Φον Μπράουν, του οποίου το πορτρέτο κοσμεί τα δημόσια και όχι μόνο κτήρια. Επειδή όμως το πρόβλημα βρίσκεται εκ των έσω(στον πυρήνα του κυττάρου όπως θα έλεγαν οι βιταλιστές) για τον Φον Μπράουν το ίδιο πρόβλημα είναι η ίδια η κόρη του επιστήμονα. Η Νατάσα(έτσι ονομάζεται η εν λόγω) αναλαμβάνει να παρακολουθήσει τον Λέμμυ αλλά για κακή της τύχη τον ερωτεύεται παράφορα και έτσι γεννιέται ένα ειδύλλιο που οδηγεί την κόρη του επιστήμονα στην αγκαλιά του αντιπάλου του!!! Στην Άλφαβιλ  απαγορεύονται τα βιβλία δια ροπάλου. Πέραν του ενός λεξικού, τη «Βίβλο», που περιέχει τις επιτρεπόμενες λέξεις και σκέψεις οτιδήποτε άλλο είναι άκυρο και λογοκριμένο. Η "Βίβλος" έχει την ιδιότητα κάθε μέρα  να εξαφανίζεται από το περιεχόμενο της και από μία λέξη. Η Νατάσα  δεν γνωρίζει τις λέξεις «αγάπη» και «τρυφερότητα» αφού έχουν αφαιρεθεί από το λεξικό. Εντελώς μεταφυσικά η Νατάσα κρατάει βιβλίο του Πωλ Ελυάρ, και τελικά με αυτό θα βοηθήσει τον αγαπημένο της Λέμμυ να νικήσει το κομπιούτερ. Ο Λεμμύ έχοντας στο πλευρό του την Νατάσα και την δύναμη της ποίησης γίνεται ο νικητής κερδίζοντας αφενός μεν την λατρεία της Νατάσας και αφετέρου δε την εύνοια των κατοίκων.

Το Αλφαβίλ προβλήθηκε το 1965 στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου και αποσπώντας την Χρυσή Άρκτο.
Πρωταγωνιστούν: Έντι Κονσταντίν, Άννα Καρίνα, Ακίμ Ταμίροφ, Χάουαρντ Βερνόν

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

road microfilm "when September starts"

Απόπειρες τις πλάκας για να περάσουμε την ώρα μας και να θυμόμαστε τα "νιάτα" μας, όταν ο πραγματικός Σεπτέμβρης θα πλησιάζει και θα παγώσει το αίμα μας....
Δεν είναι ούτε cinema, ούτε κάτι αντίστοιχο, είναι η δεύτερη μικρού μήκους ταινία, που τη φτιάξαμε πρόχειρα για το κέφι μας, δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα, εξάλλου είναι και τα τραγούδια των συγκροτημάτων που ανήκουν σε αυτά και στους δημιουργούς τους που τους ευχαριστούμε γιατί ομορφαίνουν τη ζωή μας.
Ευχαριστούμε δημόσια τα γκρουπ και τους δημιουργούς που με τις τραγουδάρες τους έντυσαν το παρών μας που θα θυμίζει κάτι απ΄αυτό στο μέλλον ως παρελθόν πια!!!
Αυτό είναι το video clip για να θυμόμαστε, όταν και εφόσον γεράσουμε, ότι κάποτε ζήσαμε όμορφα!!!



the blog powerd by istosch-data &web center